«Αγάπη απέραντη σαν θάλασσα», βραβευμένο διήγημα της Χριστίνας Σαρρή

Το παρακάτω διήγημα γράφτηκε το 2016 και διακρίθηκε, την ίδια χρονιά, με Α βραβείο στον 8ο πανελλήνιο, μαθητικό, λογοτεχνικό διαγωνισμό ποίησης και διηγήματος από το Μορφωτικό όμιλο Πετρούπολης, στην κατηγορία «ερωτικό διήγημα».
Η Χριστίνα Σαρρή που κρατάει το βραβείο της στο χέρι και στέκεται πλάι σε έναν από τους διοργανωτές της τελετής απονομής

Διαβάστε το πιο κάτω ή ακούστε το στην ηχητική του μορφή, με την υπέροχη φωνή της Βίκυς Μπάλλου εδώ:

 

 

Ένιωθα πως ήταν απ’ τις πιο ωραίες στιγμές της ζωής μου! Ήμουν ξαπλωμένη εκεί που έσκαγε το κύμα με τα μάτια κλειστά κι απολάμβανα τα χάδια του Διονύση στα μαλλιά μου! Το νερό κι η άμμος ήταν ζεστά, κι ο ήλιος δεν είχε χαθεί εντελώς από τον ουρανό. Δεν είχα καταλάβει πόση ώρα είχε περάσει έτσι….. Όταν άνοιξα τα μάτια, τα κάρφωσα κατευθείαν σ’ εκείνα του Διονύση! Ήταν γερμένος πάνω μου και με παρατηρούσε.
– Νιώθω σαν να μου ξέβρασε η θάλασσα μια πανέμορφη γοργόνα!, μου είπε κι εγώ του χαμογέλασα πλατιά!
– Πότε θα βγούμε; Μουλιάσαμε τόση ώρα εδώ πέρα!, τον ρώτησα παιχνιδιάρικα ενώ τον άρπαξα και τον έσφιξα στην αγκαλιά μου!
– Βγες εσύ. Εγώ θα κολυμπήσω λιγάκι ακόμα ως τα βαθιά και θα έρθω.
Με φίλησε κι ύστερα τον είδα να χάνεται κάτω απ’ το νερό με ένα μακροβούτι. Χαμογέλασα ξανά σ’ αυτήν την εικόνα! Πόσο αγαπούσε τη θάλασσα! Κάθε χρόνο περίμενε πώς και πώς να έρθουν οι μέρες των διακοπών, λες κι ήταν μικρό παιδί! Όταν δεν ήταν μαζί μου, ήταν σίγουρα στη θάλασσα και κολυμπούσε! Σηκώθηκα και πήγα στην ομπρέλα μας! Αν ο Διονύσης έλεγε “λιγάκι ακόμα” υπολόγιζα τουλάχιστον ένα τέταρτο! Τυλίχτηκα με την πετσέτα κι αποφάσισα να κάνω μια βόλτα στην ακροθαλασσιά. Τα απογεύματα στη Σκόπελο φάνταζαν παραδεισένια! Κόκκινος ουρανός και θάλασσα, χάλκινη αμμουδιά και καταπράσινη βλάστηση στο φόντο! Κάπου πιο δίπλα, ένα κοριτσάκι πετούσε χώμα στο κουβαδάκι του, μέσα στη θάλασσα ένα ζευγάρι γελούσε πιτσιλώντας με νερά ο ένας τον άλλο… Επικρατούσε γενικά μια όμορφη ατμόσφαιρα, ήρεμη, καλοκαιρινή…
Περπατούσα για αρκετή ώρα παρατηρώντας τα πουλιά που πετούσαν ψάχνοντας στη ματωμένη θάλασσα το απογευματινό τους και θαυμάζοντας το πανέμορφο τοπίο! Είχα απομακρυνθεί κι έτσι έκανα μεταβολή κι άρχισα να περπατάω και πάλι προς τα πίσω… Σκεφτόμουν πως σε λίγες μέρες θα έπρεπε να επιστρέψουμε ξανά στην καυτή Λάρισα και στο τσιμεντένιο περιβάλλον! Ήταν σαν να έβλεπα από τώρα το Διονύση να κάθεται με μελαγχολικό ύφος και να κοιτάει σαν χαμένος την τηλεόραση… Του έπαιρνε καιρό να προσαρμοστεί όποτε επιστρέφαμε από διακοπές… Εμένα πάλι δε με ενοχλούσε ιδιαίτερα…! Προτιμούσα τα ωραία πράγματα να κρατούν για λίγο, γιατί αλλιώς ξεχνάμε να τα εκτιμάμε!
Άκουσα μια αντρική φωνή πίσω μου…: “Βασιλική…!”. Δεν ήταν δυνατόν! Την ήξερα καλά αυτήν τη φωνή! Γύρισα να κοιτάξω, σίγουρη για το ποιον θα αντικρίσω!
– Πάρη…!, φώναξα κι έτρεξα χαρούμενη προς το μέρος του! Ήθελα τόσο πολύ να τον αγκαλιάσω, όμως κάτι με σταμάτησε.
– Τι κάνεις, είσαι καλά;, με ρώτησε εκείνος ενώ μ’ έπιασε από τους ώμους και με φίλησε σταυρωτά! Άρχισα να του λέω τα νέα μου… Είχα τόσα χρόνια να τον συναντήσω…
– Είσαι μέρες εδώ;
– Μια εβδομάδα! Αύριο φεύγουμε.
– Τι κρίμα να μη βρεθούμε νωρίτερα…! Φεύγετε είπες;
– Ναι… Δεν είμαι μόνος. Με είδε που τον κοιτούσα ερωτηματικά και συνέχισε. Θυμάσαι τη Μιράντα;
– Τη θυμάμαι…
– Παντρευτήκαμε! Αυτή είναι η κόρη μου, η Αλίκη!, είπε κι έδειξε πλάι του το κοριτσάκι που είχε μπει εμπόδιο στην παρόρμησή μου!
– Α…, ψέλλισα αμήχανα! Γεια σου μικρούλα! Εκείνη με αγνόησε και έφυγε από κοντά μας…
– Είναι λίγο ντροπαλή!, απολογήθηκε ο Πάρης. Εγώ όμως δεν έδωσα σημασία στην αντίδραση του παιδιού!
– Ώστε…, πήγα να πω, μα η φωνή του Διονύση πίσω μου με σταμάτησε!
Είχε βγει από το νερό και με πλησίασε γιατί μάλλον είχε αντιληφτεί τον κίνδυνο! Χαιρέτισε βιαστικά κι αδιάφορα τον Πάρη κι αφού έκαναν τις τυπικές ερωτήσεις, μου είπε πως ήταν ώρα να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο. Δεν προσπάθησα να αρνηθώ! Κι εγώ ένιωθα άβολα κι ήθελα να φύγω όσο πιο γρήγορα γινόταν! Θα έδινα τα πάντα να μην είχε καταλάβει την ταραχή μου, όμως κάτι τέτοια δεν περνούσαν απαρατήρητα από το Διονύση! Καληνύχτισα τον Πάρη λέγοντας πως χάρηκα που τον ξανάδα κι έφυγα για το ξενοδοχείο! Δηλαδή, δυο βήματα έκανα, αφού βρισκόταν λίγα μέτρα πίσω μας!
Μπήκα πρώτη στο ντους για να καθυστερήσω τη συζήτηση που σίγουρα θα μου άνοιγε ο Διονύσης! Να την αποφύγω πάντως δε γινόταν! Εκείνος ήξερε την ιστορία μου με τον Πάρη καλύτερα απ’ τον καθένα! Όταν πήγαινα στο Λύκειο, ο Διονύσης ήταν ο καλύτερός μου φίλος κι ο Πάρης ήταν το αγόρι που διεκδικούσα για χρόνια! Την τελευταία χρονιά του Λυκείου, φαίνεται πως κατάφερα να τραβήξω την προσοχή του κι έτσι ξεκίνησε η σχέση μας! Ήταν λίγες μέρες πριν να μπει ο Σεπτέμβρης…! Ο Διονύσης ήξερε τα αισθήματά μου όλα τα προηγούμενα χρόνια κι όταν έμαθε τα νέα χάρηκε πραγματικά! Ή τουλάχιστον αυτό έδειχνε…
Έμενε ακριβώς δίπλα από το σπίτι μου κι έτσι ήμασταν μαζί κυριολεκτικά όλη τη μέρα! Ό, τι κι αν γινόταν με τον Πάρη, ο Διονύσης τα μάθαινε από μένα κι ήξερε κάθε όμορφη και άσχημη στιγμή μας τόσο καλά, λες κι ήταν μπροστά την ώρα που διαδραματιζόταν! Με βοηθούσε, με κάλυπτε στους γονείς μου πολλές φορές, μου συμπαραστεκόταν… Τόσο που πιο εύκολα άντεχα όταν έλειπε από κοντά μου ο Πάρης παρά εκείνος! Ο Πάρης ζήλευε πολλές φορές και μου γκρίνιαζε, όμως εγώ του εξηγούσα ότι ο Διονύσης ήταν σχεδόν αδερφός μου και πως δεν έπρεπε να ανησυχεί! Τα αισθήματά μου για τον καθένα ήταν διαφορετικά… Για τον Πάρη ήταν παράφορος έρωτας, πόθος, έλξη… Για το Διονύση δεν ήταν παρά μια τρυφερή, φιλική, ή ίσως κι αδερφική αγάπη! Τον αγαπούσα πολύ το Διονύση γιατί είχαμε μεγαλώσει μαζί και ξέραμε ο ένας τον άλλο καλύτερα κι απ’ τον εαυτό μας! Όμως τίποτα παραπάνω!
Στα μέσα του Μάη, ο Πάρης στράβωσε με όλη αυτήν την κατάσταση και με απείλησε πως αν δεν άλλαζε σύντομα δε θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε μαζί! Μετά πείσμωσα κι εγώ κι εκεί ήταν που χωρίσαμε…! Όταν το ανακοίνωσα στο Διονύση και του εξήγησα το λόγο, μου ζήτησε να πάω αμέσως στον Πάρη και να του ζητήσω να γυρίσει, και μου υποσχέθηκε πως αν χρειαζόταν δε θα με πλησίαζε ούτε όταν θα ήμασταν μόνοι! Ήταν η πρώτη φορά που δεν δέχτηκα να κάνω αυτό που μου έλεγε! Αν μπορούσε ο κολλητός μου να κάνει τέτοια θυσία για να μη χάσω εγώ αυτόν που αγαπούσα, τότε ο Πάρης έπρεπε να είχε κάνει πολύ περισσότερες θυσίες για μένα! Εκεί κατάλαβα πως μάλλον δε με αγαπούσε, ούτε με εμπιστευόταν όσο έλεγε όλους αυτούς τους μήνες!
Ο Διονύσης εκείνη την περίοδο, έγινε χίλια κομμάτια για να με βγάλει από τη μελαγχολία που είχα πέσει! Από τη μία η κακή ψυχολογία μου, από την άλλη οι Πανελλήνιες κι ο Διονύσης να τρέχει και να μη φτάνει για να μου δώσει δύναμη και κουράγιο! Χάρη στη δική του στήριξη έβαλα τα δυνατά μου και κατάφερα να πάρω καλό βαθμό στις εξετάσεις! Αν δεν ήταν αυτός, δε θα άντεχα να πηγαινοέρχομαι στο σχολείο και να αντικρίζω τον Πάρη καθημερινά! Σίγουρα θα είχα καταρρεύσει!
Τις πρώτες μας καλοκαιρινές διακοπές ως ενήλικοι τις περάσαμε μαζί στην Κέρκυρα! Είχα μαζέψει χρήματα όλη τη χρονιά για να πάω με τον Πάρη, όμως ήρθαν έτσι τα πράγματα που δεν το κατάφερα! Ο Διονύσης το ήξερε φυσικά αυτό! Ήρθε ένα μεσημέρι και μου είπε πως δε χρειαζόμουν κανέναν Πάρη για να περνάω καλά! Με πρόσταξε σχεδόν να ετοιμάσω βαλίτσες και σε λίγες μέρες, αφού συνεννοήθηκε εκείνος με τους γονείς μου για να μη μου μαρτυρήσουν τον προορισμό έκπληξη, με πήρε και με πήγε στην Κέρκυρα! Ήταν οι καλύτερες διακοπές στη ζωή μου! Με έκανε να γελάω όσο πιο συχνά μπορούσε και φρόντισε εκείνος ώστε να περάσω καταπληκτικά! Μόλις επιστρέψαμε ήμουν ανανεωμένη και σε πολύ καλό δρόμο! Τον Πάρη δεν τον σκεφτόμουν παρά μερικές στιγμές το βράδυ, που πλέον συνειδητά, προσπαθούσα να τις ελαττώσω κι αυτές!
Το ζεστό νερό που χυνόταν στο σώμα μου με έκανε να χαλαρώσω! Βγήκα από το ντους κι αφού τυλίχτηκα με μια πετσέτα, πήγα στην κρεβατοκάμαρα. Πριν μπω, ο Διονύσης με σταμάτησε στο διάδρομο και μου είπε πως μετά ήθελε να μου μιλήσει. Δε θα τη γλίτωνα τελικά! Τον πλησίασα, τον αγκάλιασα και του ψιθύρισα στο αφτί “Θέλω να ξέρεις ότι σ’ αγαπάω! Πολύ!”. Τον φίλησα και μπήκα στο δωμάτιο κι εκείνος στο μπάνιο. Ντύθηκα στα γρήγορα και πριν βγω, άνοιξα την τσάντα μου κι έβγαλα από μέσα ένα φάκελο, τον οποίο είχα φροντίσει να μη δείξω στο Διονύση ως εκείνη τη στιγμή. Την επόμενη μέρα είχε τα γενέθλιά του κι ήθελα να του δώσω το δώρο του τα μεσάνυχτα, πριν να πέσουμε για ύπνο! Έκρυψα το φάκελο κάτω από το μαξιλάρι του και βγήκα να καθίσω στη βεράντα.
Είχε σχεδόν νυχτώσει! Αγνάντευα τα κύματα που χόρευαν στους ρυθμούς της Σκοπελίτικης αύρας και το μυαλό μου ήρθαν να πλημμυρίσουν μνήμες από δώδεκα χρόνια πριν! Ο Πάρης είχε γίνει πια ένα μακρινό παρελθόν! Ξεχασμένο! Γι’ ακόμη μια φορά είχε φροντίσει ο Διονύσης γι’ αυτό! Στα είκοσι πέντε μας, όταν είχαμε τελειώσει κι οι δυο από τις σπουδές κι εκείνος απ’ το στρατό, είχαμε νοικιάσει διπλανά διαμερίσματα και περνούσαμε τις μέρες μας μαζί, όπως όλα τα παιδικά κι εφηβικά μας χρόνια! Ένα βράδυ καθόμασταν στο μπαλκόνι μου, ακούγαμε μουσική και πίναμε κρασί με μια παρέα! Τραγούδι και γλέντι στην αρχή… Το ένα ποτηράκι διαδεχόταν το άλλο και πήγαινε λέγοντας! Μέχρι που η παρέα μας έφυγε και μείναμε μόνοι… Λίγο το κρασί, λίγο τα ερωτικά τραγούδια που έπαιζε το ράδιο… Σε μια στιγμή ο Διονύσης με άρπαξε στην αγκαλιά του και με φίλησε…! Δεν αντιστάθηκα… Μήπως δεν το ήθελα κι εγώ…; Τον τελευταίο καιρό είχα αρχίσει να τον βλέπω κι εγώ διαφορετικά! Συνειδητοποιούσα πως ήταν ο μοναδικός άντρας όλα αυτά τα χρόνια που επέτρεπα να μπει και να επεμβαίνει κιόλας στη ζωή μου! Ο μοναδικός που με συμπλήρωνε και κάλυπτε ακριβώς τα κενά μου!
Κι εκεί ξεκίνησε ένα άλλο κεφάλαιο για μένα! Ένα κεφάλαιο, που ήθελα τόσο εγώ όσο κι αυτός να είναι το τελευταίο! Αν χώριζα με το Διονύση, θα τον έχανα για πάντα! Κι ήξερα πως θα ήταν σαν να έχανα το οξυγόνο μου! Ο Διονύσης ήταν για μένα ο στύλος που συγκρατούσε την ύπαρξή μου! Εκείνη τη νύχτα έπρεπε να πάρω ένα μεγάλο ρίσκο! Γιατί αν έφευγε, εγώ θα κατέρρεα! Και το πήρα! Τον αγαπούσα όσο κανέναν κι υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως ό, τι κι αν γινόταν δε θα τον άφηνα ποτέ να φύγει από κοντά μου! Δε μαλώναμε σχεδόν ποτέ! Κι αυτό γιατί ξέραμε καλά ο ένας τον άλλο κι αποφεύγαμε να κάνουμε πράγματα που γνωρίζαμε πως θα εκνεύριζαν ή θα ενοχλούσαν κάποιον απ’ τους δυο μας! Έπειτα από μερικές μέρες, ο Διονύσης μου εξομολογήθηκε πως ήταν ερωτευμένος μαζί μου από το Γυμνάσιο σχεδόν, και πως όλα αυτά τα χρόνια προσπαθούσε να με κάνει, όχι να τον ερωτευτώ κι εγώ, αλλά να γίνω ευτυχισμένη! Ήθελε να με βλέπει να χαμογελάω, ακόμη κι αν χρειαζόταν να είναι άλλος δίπλα μου! Όπως τότε που χώρισα με τον Πάρη και θέλησε να μείνει μακριά μου για να μη με δει δυστυχισμένη!
Στα είκοσι εφτά μας, δέκα χρόνια από τότε που τελειώσαμε το σχολείο, είχε έρθει πια ο καιρός που θα ξανασυναντιόμασταν με τους παλιούς μας συμμαθητές! Το reunion party έγινε σε ένα όμορφο μαγαζί κι οι περισσότεροι ήρθαν! Ανακοινώσαμε εκεί και τη σχέση μας, και μάθαμε πως κι άλλοι συμμαθητές μας είχαν δεσμούς μεταξύ τους! Άλλοι ήταν παντρεμένοι κι άλλοι ακόμα ελεύθεροι! Βρισκόταν εκεί κι ο Πάρης, μαζί με μια κοπέλα που δεν μου ήταν γνωστή! Χαιρετηθήκαμε τυπικά κι έμαθα πως ήταν η κοπέλα του! Ένιωσα ένα μικρό σφίξιμο στην καρδιά, όμως η παρουσία του Διονύση πλάι μου, μου θύμισε πως δεν υπήρχε λόγος, αφού ό, τι ήθελα στη ζωή μου το είχα! Κι όμως, υπήρχε ένα μικρό αγκαθάκι στη σχέση μας που έπρεπε να βγει! Κι αυτήν τη φορά από μένα κι όχι από εκείνον! Όταν αντιλήφτηκα πως ο Πάρης ετοιμαζόταν να φύγει, ένιωσα μια ακατανίκητη παρόρμηση να του πω όσα δεν είχα μπορέσει πριν! Ο Διονύσης με είδε που κοίταζα το ζευγάρι που έβγαινε απ’ το μαγαζί και μου έκανε νόημα με το βλέμμα να πάω! Μου είχε εμπιστοσύνη!
Πρόλαβα τον Πάρη λίγα μέτρα πριν στρίψει σε ένα δρόμο. Εκείνος ζήτησε απ’ την Μιράντα να προχωρήσει με την παρέα που είχε έρθει μαζί τους και θα τους έφτανε. Όταν έστριψαν, έπεσε και με αγκάλιασε! Το ίδιο έκανα κι εγώ! Τα μάτια μου βούρκωσαν αλλά ευτυχώς δεν το κατάλαβε!
– Είσαι ευτυχισμένος;, τον ρώτησα χωρίς κανέναν πρόλογο!
– Αρκετά! Τελικά είχα δίκιο!, είπε, εννοώντας το θέμα του Διονύση.
– Τότε όχι! Με το Διονύση είμαστε μαζί μόνο δυο χρόνια!
– Τέλος πάντων, δεν έχει πια σημασία! Να ξέρεις όμως πως εγώ δε σε ξέχασα ποτέ!, συνέχισε κι έσκυψε να με φιλήσει! Εγώ όμως τραβήχτηκα! Δεν ξέρω πως βρήκα το κουράγιο, αλλά δεν τον άφησα να το κάνει! Γύρισα αμέσως στο Μαγαζί κι ο Διονύσης κατάλαβε ότι κάτι είχε γίνει! Δεν του έκρυψα τίποτα! Ούτε καν το ότι είχα αναστατωθεί, ακόμη και μετά από τόσα χρόνια! Δε θύμωσε… Μόνο έκανε πίσω για ακόμη μια φορά!
– Βασιλική…, μου είπε όταν γυρίσαμε σπίτι μετά από λίγο. Αν τον αγαπάς ακόμη εγώ δε θα σε κρατήσω κοντά μου με το ζόρι! Έπεσα στην αγκαλιά του κι άρχισα να κλαίω γοερά!
– Δεν τον αγαπώ Διονύση μου! Ένας απλός έρωτας ήταν που επέστρεψε για να μου θυμίσει πράγματα και να μπει ανάμεσά μας! Εγώ μόνο εσένα αγαπώ! Μόνο εσένα…! Και πράγματι, μόνο εκείνον αγαπούσα, εκείνον ήθελα στη ζωή μου! Ο Πάρης είχε τελειώσει για μένα προ πολλού! Μας πήρε μερικές μέρες να ξεχάσουμε το περιστατικό, όμως κανείς μας δεν το άφησε να βλάψει τη σχέση μας! Σε λίγο ήταν όλα όπως πριν, γεμάτα αγάπη και όνειρα!
Και τώρα; Τι είχε γίνει πάλι; Ποια κακή μοίρα έφερε ξανά τον Πάρη μπροστά μου, έπειτα από δέκα χρόνια; Γιατί ξυπνούσαν και πάλι ξεχασμένα φτερουγίσματα μέσα μου; Δεν ήθελα να τον θυμάμαι! Δεν ήθελα ένας εφηβικός έρωτας να μπλέκεται συνεχώς μέσα σε μια αγάπη που υπήρχε για να μου δίνει ζωή! Γιατί αυτό ήταν ο Διονύσης για μένα! Όλη μου η ζωή! Με την άκρη του ματιού μου έπιασα μια σιλουέτα να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια της βεράντας. Ήταν εκείνος… Δε σηκώθηκα από την πολυθρόνα. Ήθελα να καταλάβει πως δεν είχε καμιά δουλειά πια μέσα στη ζωή μου! Έφτασε μπροστά μου και γονάτισε για να έρθει στο ύψος μου!
– Βασιλική…, ψέλλισε. Τον κοίταξα και περίμενα! Ήρθα να σε χαιρετίσω! Φεύγω!
– Κάτι μου λέει πως σε δέκα χρόνια θα βρεθούμε πάλι!, απάντησα ειρωνικά! Φαίνεται πως η ζωή θέλει να βλεπόμαστε κάθε τόσο! Στα δεκαεφτά μας ήμασταν ερωτευμένοι, στα είκοσι εφτά βρεθήκαμε στο reunion και τώρα στα τριάντα εφτά σε πετυχαίνω ξανά στη Σκόπελο!
– Βασιλική…, επανέλαβε. Φεύγω από την Ελλάδα! Έμεινα σύξυλη να τον κοιτάζω!
– Τι εννοείς;
– Η Μιράντα βρήκε μια πολύ καλή ευκαιρία για τη δουλειά της στη Γερμανία και μετακομίζουμε εκεί! Είναι οι τελευταίες μας διακοπές στην Ελλάδα! Είδη έχω βάλει πωλητήρια στο εξοχικό και στο σπίτι και το Σεπτέμβρη φεύγουμε!
Ώστε λοιπόν δε θα τον ξανάβλεπα ποτέ; Ένιωσα ξανά εκείνο το σφίξιμο στην καρδιά, αλλά δεν κατάλαβα αν ήταν από ανακούφιση ή συγκίνηση!
– Τότε λοιπόν, σου εύχομαι καλή τύχη!, είπα απλά. Εκείνος με έπιασε από τους ώμους και με κοίταξε στα μάτια…
– Θέλω να ξέρεις πως δε σε ξέχασα ποτέ, κι ούτε θα σε ξεχάσω! Έσκυψε και με φίλησε. Περίμενα να νιώσω την καρδιά μου να σπαρταρά, όμως εκείνη απλά επιτάχυνε λίγο τον χτύπο της. Τραβήχτηκα!
– Φτάνει!
– Αν με είχες αφήσει, θα το είχα κάνει πριν από δέκα χρόνια όταν σε βρήκα και δε θα χρειαζόταν να το κάνω πάλι τώρα! Πάντως ποτέ δε συνήθισα στην ιδέα ότι χωρίσαμε και δε σου έδωσα ένα τελευταίο φιλί! Τον αγριοκοίταξα! Αντίο Βασιλική…, μου είπε κι έφυγε. Το αγκαθάκι που υπήρχε τόσα χρόνια, βγήκε εκείνη τη στιγμή!
Άκουσα την μπαλκονόπορτα να ανοίγει και στο κατώφλι φάνηκε ο Διονύσης. Χλόμιασα. Μου έκανε νόημα να μπω μέσα κι εγώ υπάκουσα. Έκλεισε την πόρτα, τράβηξε τις κουρτίνες και γύρισε προς το μέρος μου.
– Σου είχα πει πως δεν είναι ανάγκη να μένεις μαζί μου αφού τον θες!, μου είπε χωρίς περιστροφές! Πιο πολύ διέκρινα απογοήτευση στη φωνή του παρά θυμό!
– Δεν τον θέλω! Εσένα θέλω, πότε θα το καταλάβεις;
– Όταν σταματήσεις να μου δείχνεις το αντίθετο! Πριν έρθουμε στη Σκόπελο ήξερες ότι είχε εδώ το εξοχικό του! Ήξερες ότι υπήρχε περίπτωση να τον συναντήσεις! Κι όμως, ήθελες να έρθουμε εδώ! Τώρα είχε βουρκώσει, κι αυτό δεν το έκανε συχνά! Μόνο όταν φοβόταν πως κινδύνευε να με χάσει!
– Διονύση, δεν είναι στο χέρι μου να αποφύγω κάποια πράγματα! Μόνο να τα σταματήσω! Εκείνος με έπιασε και με φίλησε!
– Ναι, το είδα! Όλα τα είδα!
– Ότι τραβήχτηκα και τον έδιωξα το είδες;
– Βασιλική μη δικαιολογείσαι! Το κατάλαβα από την ώρα που σας είδα στην παραλία! Τον αγαπάς και τον θες ακόμα!
– Δεν τον αγαπάω! Έπεσα πάνω του και κρεμάστηκα απ’ το λαιμό του! Τώρα έκλαιγα κι εγώ! Θεέ μου, τι πρέπει να κάνω για να το καταλάβεις; Ο μόνος άντρας που έχω αγαπήσει στη ζωή μου είσαι εσύ! Μα ακόμη κι αν τον ήθελα, αυτός είναι πια παντρεμένος!
– Με το να μένουμε όμως μαζί εμείς οι δυο, κανείς δε βγαίνει κερδισμένος! Εσύ γιατί είσαι με κάποιον που δεν ερωτεύτηκες ποτέ παράφορα όπως τον Πάρη, κι εγώ γιατί είμαι με κάποια που είναι ερωτευμένη με άλλον! Τι νόημα έχει;
– Δηλαδή τώρα τι κάνεις, με χωρίζεις;
– Όχι! Σε ελευθερώνω!
– Κι αν εγώ δε θέλω αυτήν την ελευθερία;
– Μπορείς να κάνεις ό, τι θέλεις! Κάθισε, σκέψου, κι αν το να είσαι μαζί μου σε κάνει ευτυχισμένη θα δούμε τι θα κάνουμε! Στο μεταξύ θα σκεφτώ κι εγώ! Καλύτερα να μείνουμε για λίγο μόνοι.
Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και μου έκανε νόημα να βγω.
– Διονύση, δεν μπορείς να με αφήσεις τώρα! Όχι τώρα που…
– Που…;
– Δεν μπορώ να σου το πω αυτήν τη στιγμή!
– Καλά! Πήγαινε και θα μιλήσουμε σε λίγο. Ντύνομαι κι έρχομαι να δούμε τι θα κάνουμε! Μόνο τότε πρόσεξα ότι ήταν ακόμα βρεγμένος και τυλιγμένος με την πετσέτα. Βγήκα και κάθισα στην πολυθρόνα που καθόμουν πριν! Έκρυψα το πρόσωπό μου στα χέρια μου κι έβαλα τα κλάματα! Και τώρα; Τι θα γινόμουν τώρα αν με άφηνε; Γύρισα και με μια φευγαλέα ματιά τον είδα να σκουπίζει κι αυτός τα μάτια του! Ήμασταν κι οι δυο μόνοι, κι ας μας χώριζαν μόνο μερικά μέτρα κι ένα τζάμι! Γύρισα ξανά προς τη θάλασσα που τραγουδούσε για να με παρηγορήσει.
Σε λίγα λεπτά βγήκε ο Διονύσης, ντυμένος αυτήν τη φορά! Στάθηκε από πάνω μου.
– Βασιλική, τι είναι αυτό;, ρώτησε με τρεμάμενη φωνή κρατώντας το φάκελο που είχα αφήσει κάτω απ’ το μαξιλάρι του!
– Δεν κατάλαβες;
– Είναι αυτό που κατάλαβα;
– Ναι Διονύση μου! Είμαι έγκυος! Αυτό ήθελα να σου πω πριν, αλλά θα φαινόταν σαν να το κάνω επίτηδες για να σε κρατήσω! Το είχα αφήσει για να το βρεις το βράδυ που θα ξαπλώναμε! Θα ήταν το δώρο μου για τα γενέθλιά σου! Εκείνος είχε μείνει με το φάκελο μετέωρο να με κοιτά σαν χαμένος!
– Βασιλική, τι είπες; Είσαι έγκυος;, ρώτησε και πάλι για να σιγουρευτεί πως άκουσε καλά!
– Ναι!, του χαμογέλασα! Έσκυψε μπροστά μου και πέταξε το φάκελο στο τραπεζάκι! Με αγκάλιασε…
– Πώς να σε αφήσω Θεέ μου…! Τώρα να σε αφήσω; Άρχισα να κλαίω κι εκείνος με έσφιξε πιο πολύ πάνω του! Πες μου, μ’ αγαπάς;
– Τι ρωτάς βρε Διονύση μου…! Και βέβαια σ’ αγαπάω! Σε λατρεύω! Δε ζω χωρίς εσένα! Όλη μου τη ζωή την έχω φανταστεί μαζί σου! Έχω κάνει όνειρα για ‘μας…!
– Όνειρα; Τι είδους όνειρα;
– Να… Μας φαντάζομαι πολλές φορές παντρεμένους, στο σπιτάκι μας, με ένα μωρό να μπουσουλάει στα πόδια μας…! Χαμογέλασα σ’ αυτήν την όμορφη εικόνα που περιέγραφα.
– Ε, τότε αγάπη μου… Μου έπιασε το χέρι και με κοίταξε στα μάτια… Δέχεσαι να με παντρευτείς;
Τον κοίταξα και δεν το πίστευα! Όταν συνειδητοποίησα ότι το εννοούσε, έβαλα τα κλάματα! Σηκώθηκα, έπεσα κι εγώ στα γόνατα και τον αγκάλιασα με όλη μου τη δύναμη!
– Δέχομαι ζωή μου! Δέχομαι, και βέβαια δέχομαι! Ήμουν η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο! Είχα στην αγκαλιά μου τον άντρα που είχε σταθεί γερό στήριγμα της ζωής μου και μέσα μου τον καρπό μιας μεγάλης αγάπης! Μιας αγάπης που δε θα τέλειωνε ποτέ! Άκουγα τώρα τη θάλασσα, να συνθέτει νέες μελωδίες, χωρίς θλιβερές νότες πια! Μόνο με ευτυχία κι αγάπη! Απέραντη αγάπη! Απέραντη, όπως κι η ίδια η θάλασσα!

Χριστίνα Σαρρή

Φωτογραφία του βραβείου της Χριστίνας Σαρρή

 

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *